Κληρονομούμενος Καρκίνος Μαστού2018-03-25T13:32:58+00:00

Project Description

Κληρονομούμενος Καρκίνος Μαστού

Τι είναι τα BRCA1 και BRCA2;

Τo BRCA1 και BRCA2 είναι ανθρώπινα γονίδια που παράγουν ογκοκατασταλτικές πρωτεΐνες. Οι πρωτεΐνες αυτές συνεισφέρουν στην επιδιόρθωση των τμημάτων του DNA που έχουν υποστεί βλάβη και ως εκ τούτου διαδραματίζουν κάποιον ρόλο στην σταθερότητα του γενετικού υλικού. Εάν κάποιο από αυτά τα γονίδια μεταλλαχτεί ή τροποποιηθεί παράγει μη λειτουργικές πρωτεΐνες και οι βλάβες του DNA δυνατόν να μην μπορούν να διορθωθούν σωστά. Ως εκ τούτου, τα κύτταρα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν περαιτέρω γενετικές αλλοιώσεις, που μπορεί να οδηγήσουν στην ανάπτυξη καρκίνου.

Ειδικές κληρονομούμενες μεταλλάξεις των BRCA1 και BRCA2 αυξάνουν τον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών στις γυναίκες και έχουν συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο αρκετών άλλων ειδών καρκίνου. Το 20-25% των κληρονομούμενων μορφών καρκίνου του μαστού και το 5-10% του συνόλου των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού, όπως άλλωστε το 15% περίπου του καρκίνου των ωοθηκών σχετίζεται με μεταλλάξεις των δύο αυτών γονιδίων. Ο καρκίνος του μαστού που οφείλεται σε μεταλλάξεις των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 έχει την τάση να προσβάλλει γυναίκες μικρότερης ηλικίας σε σύγκριση με τη σποραδική μορφή της νόσου.

Μια παθογόνος μετάλλαξη των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 μπορεί να κληρονομηθεί είτε από τον πατέρα, είτε από την μητέρα. Όταν ένας γονέας είναι φορέας κάποιας μετάλλαξης αυτών των γονιδίων, το κάθε παιδί έχει 50% πιθανότητα να κληρονομήσει τη συγκεκριμένη μετάλλαξη. Τα αποτελέσματα των μεταλλάξεων των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 γίνονται εμφανή, ακόμα και στην περίπτωση πουτο έτερο αντίγραφο των γονιδίων αυτών είναι φυσιολογικό.

Πόσο αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού και καρκίνου των ωοθηκών η παρουσία μετάλλαξης των γονιδίων BRCA1 και BRCA2;

Εάν μια γυναίκα κληρονομήσει μια επιβλαβή μετάλλαξη του γονιδίου BRCA1 ή BRCA2, ο δια βίου κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού ή των ωοθηκών αυξάνεται πάρα πολύ.

Καρκίνος του μαστού: Το 12% περίπου του συνολικού γυναικείου πληθυσμού θα αναπτύξει καρκίνο του μαστούκατά τη διάρκεια της ζωής του. Σε αντιδιαστολή με το παραπάνω στατιστικό στοιχείο και σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, το 55-65% των γυναικών που κληρονομούν ένα επιβλαβές γονίδιο BRCA1 και το 45% των γυναικών που κληρονομούν ένα επιβλαβές γονίδιο BRCA2, θα έχει αναπτύξει καρκίνο του μαστού μέχρι την ηλικία των 70 ετών.
Καρκίνος των ωοθηκών: Το 1,4% περίπου του συνολικού γυναικείου πληθυσμού θα αναπτύξει καρκίνο ωοθηκών κατά τη διάρκεια της ζωής του. Παρά ταύτα, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, το 39% των γυναικών που κληρονομούν μια παθογόνο μετάλλαξη του γονιδίου BRCA1 και το 11 – 17% των γυναικών που κληρονομούν μια παθογόνο μετάλλαξη του BRCA2 θα έχουν αναπτύξει καρκίνο των ωοθηκών μέχρι την ηλικία των 70 ετών.
Επισημαίνεται, ότι, τα προαναφερθέντα εκτιμώμενα ποσοστά του συνολικού κινδύνου διαφέρουν από εκείνα που γνωρίζαμε ως σήμερα. Οι εκτιμήσεις άλλαξαν λόγω των περισσοτέρων πληροφοριών που έχουμε τώρα στη διάθεσή μας, και ενδέχεται να αλλάξουν στο μέλλον, με την πρόοδο της έρευνας. Δεν διαθέτουμε μακροχρόνιες μελέτες που να αφορούν τον γενικό πληθυσμό και να συγκρίνουν ευθέως τον κίνδυνο στις γυναίκες που είναι, με εκείνες που δεν είναι, φορείς παθογόνων μεταλλάξεων των γονιδίων BRCA1 ήBRCA2.

Πρέπει να τονιστεί ότι υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει μια γυναίκα, τα οποία την καθιστούν υψηλότερου ή χαμηλότερου κινδύνου σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Σε αυτά περιλαμβάνονται το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, των ωοθηκών, και ενδεχομένως και άλλων μορφών καρκίνου, διάφορες μεταλλάξεις που μπορεί να έχει κληρονομήσει, ο αριθμός των κυήσεων, κ.α. Παρ’ όλα αυτά, κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν είναι τόσο ισχυρός, όσο μια ενδεχόμενη επιβλαβής μετάλλαξη των γονιδίων BRCA1 ή BRCA2.

Υπάρχουν διαθέσιμα γενετικά τεστ που να ανιχνεύουν μεταλλάξεις των BRCA1 και BRCA2;

Ναι. Διαθέτουμε διάφορα τεστ , είτε που ελέγχουν την ύπαρξη μιας γνωστής μετάλλαξης κάποιου γονιδίου (π.χ. μια μετάλλαξη που έχει ήδη ταυτοποιηθεί σε κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας) και που διερευνούν την ύπαρξη όλων των πιθανών μεταλλάξεων και στα δύο γονίδια. Για τις ανάγκες της εξέτασης απαιτείται DNAπου λαμβάνεται από δείγμα αίματος ή σιέλου. Το δείγμα στέλνεται σε εργαστήριο για εξέταση. Συνήθως χρειάζεται περίπου ένας μήνας για τις απαντήσεις.

Ποιος πρέπει να υποβληθεί σε γενετικό έλεγχο για μεταλλάξεις των BRCA1 και BRCA2;

Δεδομένου ότι οι επιβλαβείς μεταλλάξεις των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 είναι σχετικά σπάνιες στο γενικό πληθυσμό, οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι ο γονιδιακός έλεγχος των ατόμων που δεν έχουν καρκίνο πρέπει να γίνεται μόνο όταν το οικογενειακό ιστορικό τους παραπέμπει σε ενδεχόμενη παρουσία μετάλλαξης των BRCA1 ή BRCA2.
Τον Δεκέμβριο του 2013, η Αμερικανική Ομάδα Εργασίας Προληπτικής Ιατρικής αποφάσισε τη σύσταση για γενετικό έλεγχο αυτών των δύο γονιδίων σε ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, ωοθηκών σαλπίγγων ή περιτοναίου.
Οι γιατροί έχουν στη διάθεσή τους διάφορα διαγνωστικά εργαλεία για αυτή την αξιολόγηση. Αυτά τα εργαλεία εκτιμούν εκείνους τους παράγοντες του οικογενειακού ιστορικού που σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα ύπαρξης μιας επιβλαβούς μετάλλαξης των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 συμπεριλαμβανομένων:
– Καρκίνος του μαστού που εμφανίζεται σε ηλικία μικρότερη των 50 ετών.
– Αμφοτερόπλευρος καρκίνος του μαστού.
– Καρκίνος του μαστού σε συνδυασμό με καρκίνο των ωοθηκών.
– Πολλαπλές εστίες καρκίνου του μαστού.
– Δύο ή περισσότερα κρούσματα καρκίνου που σχετίζονται με BRCA1 ή BRCA2 σε άτομα της ιδίας οικογενείας.
– Κρούσμα καρκίνου του μαστού σε άντρα.
– Ασκενάζι Εβραϊκή καταγωγή.

Στην περίπτωση που ένα άτομο έχει ύποπτο οικογενειακό ιστορικό για μετάλλαξη των γονιδίων BRCA1 ή BRCA2, είναι πολύ σημαντικό να υποβληθεί πρώτα σε τεστ ο συγγενής που έχει εμφανίσει καρκίνο, με την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος βρίσκεται εν ζωή και διατίθεται να υποβληθεί στην εξέταση. Στην περίπτωση που αυτός ο συγγενής βρεθεί φορέας παθογόνου μετάλλαξης των BRCA1 και BRCA2, τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας πρέπει να επισκεφτούν σύμβουλο γενετικής προκειμένου να πληροφορηθούν για τους ενδεχόμενους κινδύνους και αν είναι σκόπιμο, να υποβληθούν και αυτά με τη σειρά τους σε γενετικό έλεγχο για την διερεύνηση παρουσίας μεταλλάξεων των BRCA1 και BRCA2.
Εάν δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί η παρουσία μιας επιβλαβούς μετάλλαξης BRCA1 ή BRCA2 στον συγγενή με καρκίνο, τόσο οι γυναίκες, όσο και οι άντρες μέλη της οικογένειας πρέπει να απευθυνθούν σε σύμβουλο γενετικής για λήψη ιστορικού και ενδεχόμενο γενετικό έλεγχο.
Ορισμένα άτομα, επί παραδείγματι, οι υιοθετημένοι μπορεί να μην γνωρίζουν το οικογενειακό τους ιστορικό. Στην περίπτωση που μια γυναίκα με άγνωστο οικογενειακό ιστορικό εμφανίσει πρώιμα καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών ή ένα άντρας με άγνωστο οικογενειακό ιστορικό διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού, μπορεί να είναι χρήσιμο να υποβληθεί σε γενετικό έλεγχο για την ανεύρεση μετάλλαξης του BRCA1 ή BRCA2. Τα παραπάνω άτομα με άγνωστο οικογενειακό ιστορικό, αν δεν νοσήσουν από τις παραπάνω μορφές καρκίνου έχουν πολύ μικρή πιθανότητα να είναι φορείς επιβλαβών μεταλλάξεων των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 και συνεπώς είναι απίθανο να ωφεληθούν από αυτόν τον γενετικό έλεγχο.
Οι οργανώσεις επαγγελματιών υγείας προτείνουν να μην υποβάλλονται σε τεστ τα παιδιά, ακόμα και στην περίπτωση που έχουν ύποπτο οικογενειακό ιστορικό για μετάλλαξη των BRCA1 και BRCA2. Οι λόγοι είναι α) ότι δεν υπάρχουν στρατηγικές μείωσης του κινδύνου καρκίνου στα παιδιά, και β) γιατί η πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου σχετιζόμενου με μετάλλαξη των γονιδίων BRCA1 ή BRCA2 στα παιδιά είναι εξαιρετικά χαμηλή. Βέβαια, μετά την ενηλικίωσή τους μπορεί να θελήσουν να κάνουν χρήση της γενετικής συμβουλευτικής προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσον είναι σκόπιμος ο γενετικός έλεγχος.

Οι άνθρωποι που σκέπτονται να υποβληθούν σε γενετικό έλεγχο για τα γονίδια BRCA1 και BRCA2, πρέπει να απευθύνονται σε σύμβουλο γενετικής;

Γενικά, η γενετική συμβουλευτική προτείνεται πριν, και μετά τη διενέργεια ενός γενετικού τεστ, στο πλαίσιο της διερεύνησης κάθε συνδρόμου κληρονομούμενου καρκίνου. Πρέπει να ασκείται από επαγγελματίες υγείας, εξειδικευμένους στην γενετική του καρκίνου. Η γενετική συμβουλευτική καλύπτει πολλές πτυχές της διαδικασίας ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των:

– Εκτίμηση του κινδύνου του κληρονομούμενου καρκίνου, με βάση το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό του εξεταζόμενου.

– Συζήτηση για:

  • Την σκοπιμότητα διενέργειας γενετικού ελέγχου.
  • Τις ιατρικές επιπτώσεις ενός θετικού ή αρνητικού τεστ.
  • Την πιθανότητα διεξαγωγής ενός τεστ, το αποτέλεσμα του οποίου θα στερείται χρησιμότητας.
  • Τους ψυχολογικούς κίνδυνους και τα οφέλη των αποτελεσμάτων του γενετικού τεστ.
  • Τον κίνδυνο μετάδοσης της μετάλλαξης στα παιδιά.

– Ερμηνεία του κάθε ειδικού τεστ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η τεχνική ακρίβεια των ελέγχων.

Ρωτήστε τον γιατρό

Διαβάστε επίσης